Τα Ευρήματα

Δωµάτιο Α1. Κάτω από τις πλάκες του δαπέδου του βόρειου δωµατίου του ναού αποκαλύφθηκε μεγάλος αριθμός αντικειµένων- σχεδόν 650- κυκλαδικής, κορινθιακής, αττικής, ανατολικο-ιωνικής, κυπριακής, συριακής και αιγυπτιακής προέλευσης. Τα περισσότερα χρονολογούνται στην αρχαϊκή περίοδο (7ος αι.π.Χ. - 6ος αι.π.Χ.), ενώ αποκαλύφθηκαν και λίγα αγγεία της γεωμετρικής περιόδου (8ος αι.π.Χ). Ανήκουν σε συνήθης τύπους αναθημάτων που συναντώνται στα περισσότερα αρχαϊκά ιερά του Ελλαδικού χώρου και της Ανατολής (Δήλος, Πάρος, Κύθνος, Θάσος, Σάμος, Ρόδος κ.α.). Πολλά από αυτά βρέθηκαν ακέραια, στοιχείο που υποδηλώνει την προσεκτική και σκόπιµη απόθεσή τους. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με την πρωιμότερη χρονολόγηση των αντικειμένων από αυτή της κατασκευής του δωματίου στο οποίο βρέθηκαν υπαγορεύουν την ερμηνεία τους ως πρωιµότερων προσφορών στο ιερό, οι οποίες κατά την ανέγερση του νέου λατρευτικού χώρου τοποθετήθηκαν μέσα σε αυτόν, ώστε να προστατευθούν και να µην καταστραφούν. Αυτή η πρακτική συναντάται και σε άλλα αρχαϊκά ιερά, αλλά η ιδιαιτερότητα όμως στην περίπτωση του Δεσποτικού είναι ότι τα αναθήματα φυλάσσονται κάτω από το δάπεδο του ναού και όχι σε αποθέτες. 

Τα περισσότερα ευρήματα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Πάρου. 

Κεραµική. Τα παριανά ή άλλα κυκλαδικά αγγεία, όπως σκύφοι με ένστιγμη διακόσμηση, τανιωτές φιάλες, πινάκια, οινοχόες, κρατήρες και ασκοί, τα οποία χρονολογούνται στον 7ο αι.π.Χ. και στο α΄μισό του 6ου π.Χ. αποτελούν σημαντικό κομμάτι της απόθεσης στο δωμάτιο Α1. Μεγάλος είναι ο αριθμός και των εισηγμένων αγγείων, κυρίως από την Κόρινθο και την Ιωνία. Τα κορινθιακά αγγεία ανήκουν σε συνήθεις τύπους που παράγονταν αποκλειστικά για εξαγωγή και έχουν βρεθεί σε πολλά ιερά του Αιγαίου και της Ανατολής: μικρογραφικές κοτύλες, αλάβαστρα, τετράφυλλοι αρύβαλλοι και αρύβαλλος σε σχήµα φαλλού. Σε εργαστήρια της ανατολικής Μεσογείου ανήκουν δύο ζωόµορφοι αρύβαλλοι σε σχήµα λαγού και πετεινού, αρύβαλλος του λεγόµενου ροδιοκρητικού τύπου, ληκύθιο µε µορφή κεφαλιού λέαινας, καθώς και ληκύθιο σε µορφή όρθιας γυναικείας μορφής που κρατά πτηνό στο στήθος. 

Ειδώλια. Βρέθηκαν πολλά πήλινα ειδώλια γυναικείων καθιστών μορφών με πόλο (ιερατικό καπέλο) που ανήκουν στην παραγωγή αρχαϊκών εργαστηρίων της Ιωνίας (Σάμος, Ρόδος, Μίλητος), καθώς και πήλινο ειδώλιο λέαινας. Αποκαλύφθηκαν και αρκετά πήλινα προσωπεία, όµοια µε αντίστοιχα από το Ηραίο της Δήλου και το Δήλιο της Πάρου. 

Μεταλλικά αντικείµενα. Ήρθε στο φως µεγάλος αριθµός χρηστικών µεταλλικών αντικείµενων από χαλκό, σίδηρο και µόλυβδο, όπως αγροτικά εργαλεία, πελέκεις, δρεπάνια, λόγχες, εγχειρίδια και σπαθιά. Από τα χάλκινα αντικείμενα ξεχωρίζουν οι πόρπες που ανήκουν σε διάφορους τύπους της υστερογεωμετρικής και αρχαϊκής περιόδου (σπειροειδείς, οκτώσχημες, φρυγικού τύπου). Σπάνιο εύρηµα αποτελεί ένα χάλκινο πτηνό.

Φαγεντιανή. Πολλά αντικείµενα από φαγεντιανή είναι εισηγµένα από την Αίγυπτο ή αποτελούν απομιμήσεις άλλων εργαστηρίων. Χαρακτηριστικά είναι ένα περίαπτο σε σχήµα γερακιού, που αναπαριστά το θεό Ώρο και έχει αποτροπαϊκό χαρακτήρα, ένα ανθρωπόµορφο διπλό αγγείο αιγυπτιάζουσας τεχνοτροπίας που συνδέεται µε τη γονιµότητα και τον τοκετό και αποδίδεται σε ροδιακό εργαστήριο, καθώς και ένα ακέραιο µικροσκοπικό ειδώλιο του Αιγύπτιου θεού Bes, της προστάτιδας θεότητας των μητέρων και των νεογνών.  Βρέθηκαν, επίσης, αρκετές χάνδρες δισκοειδείς ή κυλινδρικές µε οπές και σκαραβαίοι εισηγμένοι από την Αίγυπτο.  

Ελεφαντοστό. Υλικό δυσεύρετο και πολύτιµο που εισαγόταν στη Μεσόγειο από τη Συρία και την Αίγυπτο. Μεταξύ των ευρηµάτων της απόθεσης ξεχωρίζουν ακέραιες οκτώσχηµες πόρπες που χρονολογούνται στον 8ο-6ο αι.π.Χ., παρόµοιες με αυτές που έχουν βρεθεί στα ιερά της Εφέσσου, της Σίφνου και της Δήλου, τρεις ελεφαντοστέινοι δίσκοι, ίδιου τύπου µε δίσκους από το Δήλιο της Πάρου, καθώς και μικρή πυξίδα με το πώμα της.

Χάνδρες. Βρέθηκαν δεκάδες γυάλινων χανδρών ποικίλων σχηµάτων που προέρχονται από εργαστήρια της Βόρειας Συρίας, της Φοινίκης και της βόρειας Μεσοποταµίας. Ιδιαίτερες είναι οι φοινικικές τριγωνικές και αµφίκυρτες χάνδρες που κοσµούνται µε κιτρινωπές σπείρες από ένθετο γυαλί (8ος-7ος αι.π.Χ). Σπάνιο εύρημα αποτελούν δύο χάντρες από ήλεκτρο, πολύτιµο υλικό εισηγμένο από τη Βορειοδυτική Ευρώπη και τη Βαλτική. 

Σφραγιδόλιθοι. Οι περισσότεροι από τους σφραγιδόλιθους φέρουν στη σφραγιστική επιφάνεια ζώα σε κατατομή και είναι κατασκευασµένοι από στεατίτη, ίασπη και άλλους ημιπολύτιμους λίθους.

Χρυσά αντικείµενα. Στην απόθεση βρέθηκαν μόνο τέσσερα χρυσά αντικείμενα, δύο σφαιρικές χάντρες, ένας πηνιόσχηµος κύλινδρος από περιδέραιο και μία κεφαλή περόνης σε σχήμα ροδιού. 

Ιδιαίτερο εύρημα είναι το αυγό στρουθοκαµήλου. Κατά τον 7ο-6ο αι.π.Χ. τα αυγά στρουθοκαμήλου συναντώνται σε αρκετά ιερά του Αιγαίου. 

Δαιδαλικό ειδώλιο. Το σηµαντικότερο από τα ευρήµατα του δωµατίου Α1 είναι το άνω τµήµα μεγάλου δαιδαλικού ειδωλίου γυναικείας μορφής. Είχε τοποθετηθεί και αυτό μαζί με τα άλλα αντικείμενα στο έδαφος και πιθανότατα είχε σπάσει πριν την απόθεσή του στον αρχαϊκό ναό. Σώζεται µόνο το άνω µέρος του κορµού, από τη µέση και πάνω με το κεφάλι, ύψους 0,25 µ. Το ειδώλιο φέρει στο κεφάλι πόλο (ιερατικό καπέλο) που σώζεται τμηματικά και έχει µακριά κόµη που αποδίδεται με ζωγραφική διακόσµηση. Δεν σώζεται κάποιο θραύσµα από το κατώτερο τµήµα του ειδωλίου, χρησιµοποιώντας όµως ως συγκριτικά παράλληλα τους κυλινδρικούς κάτω κορμούς δύο πήλινων ειδωλίων που βρέθηκαν στο Κάστρο της Σίφνου και προέρχονται αντίστοιχα από εργαστήρια της Πάρου και της Νάξου, υποθέτουµε ότι το κάτω µέρος της µορφής του Δεσποτικού ήταν επίσης κυλινδρικό. Από τα στυλιστικά χαρακτηριστικά του χρονολογείται γύρω στο 675-650 π.Χ. και αποδίδεται σε παριανό καλλιτέχνη, ίσως του ίδιου εργαστηρίου που παρήγαγε τις περίφημες υδρίες που βρέθηκαν στο «βόθρο της καθάρσεως» στη Ρήνεια, το νησάκι απέναντι από τη Δήλο. Λόγω μεγέθους, ποιότητας και εικονογραφικών χαρακτηριστικών ταυτίζεται µε το πρωιµότερο λατρευτικό είδωλο του ιερού και ίσως αναπαριστά το θεό Απόλλωνα.

Δωµάτιο Α2. Στο εσωτερικό του νότιου δωματίου του ναού βρέθηκαν τρεις µεγάλες µαρµάρινες βάσεις, δύο τετράγωνες και μία ορθογώνια. Η µία από αυτές- που συγκολλήθηκε εκ τεσσάρων θραυσμάτων- ήταν πιθανότατα η βάση του λατρευτικού αγάλµατος του ιερού. Χρονολογείται γύρω στο 500-490 π.Χ., καθώς τυπολογικά είναι παρόμοια με τη βάση του λατρευτικού αγάλµατος της Άρτεµης από το παριανό Δήλιο. 

Κατά το γκρέμισμα της παλιάς μάντρας το 2002 βρέθηκαν εντοιχισμένα σε αυτή δύο θραύσματα από τον κορμό αγάλματος ενδεδυµένης µορφής κολοσσικού μεγέθους. Συνανήκον με τα θραύσματα πρέπει να είναι τµήµα του αριστερού κάτω άκρου ποδιού µε τµήµα της πλίνθου που βρέθηκε σε μικρή απόσταση από το ναό και στο οποίο διακρίνεται το κάτυµµα (σανδάλι) µε δύο οπές, µία σε κάθε πλευρά, για την ένθεση χάλκινων ιµάντων. Με βάση το μέγεθος του και τα στυλιστικά χαρακτηριστικά του πιθανολογείται πως πρόκειται για λατρευτικό άγαλμα. Δεν είναι σαφές εάν ανήκει σε γυναικεία θεότητα ή εάν αναπαριστά το θεό Απόλλωνα, ο οποίος πολλές φορές απεικονίζεται με μακρύ ένδυμα.

Προστώο. Στο εσωτερικό του προστώου του ναού, κάτω από τη θεμελίωση του ανατολικού τοίχου του, αποκαλύφθηκαν κορινθιακά αγγεία, τα οποία είχαν τοποθετηθεί εκεί για την καλή θεμελίωση του κτιρίου- ένα είδος ‘απόθεσης θεµελίωσης’ - καθώς και τµήµα αρχαϊκού µαρµάρινου περιρραντηρίου που φέρει στο χείλος την επιγραφή «ΜΑΡΔΙΣ ΑΝΕΘΗΚΕΝ». Το όνοµα Μάρδις είναι ανατολικής προέλευσης, παρόµοιο µε άλλα ανδρικά ονόµατα ανατολικής προελεύσεως, όπως το όνομα Μαρδόνιος του γνωστού Πέρση στρατηγού.